Οι αόρατοι άνθρωποι
Της Μαρίας Δεδούση*
Η τραγική υπόθεση με το κοριτσάκι που βρέθηκε πνιγμένο στο Παλαιό Φάληρο και η σύλληψη της μητέρας του, μιας μετανάστριας από την Αλγερία χωρίς έγγραφα, έρχονται να αναδείξουν ένα διαχρονικό ζήτημα: Χιλιάδες άνθρωποι ζουν ανάμεσά μας χωρίς να υπάρχουν πουθενά. Αόρατοι για το κράτος, αόρατοι για την κοινωνία, αόρατοι ακόμη και όταν φτάνουν σε απόγνωση.
Οι «παράτυποι» μετανάστες δεν είναι εξ ορισμού εγκληματίες. Είναι άνθρωποι που έφτασαν ή παρέμειναν σε μια χώρα χωρίς τα απαραίτητα έγγραφα, πολύ συχνά για λόγους ανάγκης.
Αυτή η έλλειψη νομιμοποίησης, όμως, τους καθιστά ριζικά ευάλωτους. Δεν μπορούν να απευθυνθούν σε γιατρό, σε κοινωνική υπηρεσία ή στην Αστυνομία, χωρίς τον φόβο της σύλληψης ή της απέλασης. Ακόμη και όταν είναι θύματα κακοποίησης ή ψυχικά δια λυμένοι, το κόστος της ορατότητας τους καθηλώνει στη σιωπή και την ανυπαρξία.
Αυτό το καθεστώς «μη ύπαρξης» δημιουργεί ένα παράδοξο: οι άνθρωποι αυτοί στερούνται βασικά δικαιώματα, αλλά ταυτόχρονα το κράτος χάνει την ικανότητά του να εποπτεύει, να παρεμβαίνει, να προστατεύει. Δεν υπάρχουν στα σχολεία, στις λίστες των γιατρών, στις κοινωνικές υπηρεσίες. Και ως τέτοιοι, παραμένουν έξω από κάθε δίχτυ πρόληψης και στήριξης.
Η μητέρα στο Φάληρο μπορεί να υπέστη ψυχική κατάρρευση. Μπορεί να ζούσε χρόνια απομονωμένη, ανυπεράσπιστη. Ίσως, με κάποιον τρόπο, το δράμα να είχε προληφθεί, αν μπορούσε να της παρασχεθεί στοιχειώδης φροντίδα.
Παρότι δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία, υπολογίζεται ότι στην ΕΕ ζουν σήμερα περίπου ένα εκατομμύριο άνθρωποι χωρίς έγγραφα, ενώ στην Ελλάδα ο αριθμός υπολογίζεται σε δεκάδες χιλιάδες, ίσως πάνω από 50.000. Παρά τις μεγάλες αλλαγές που έχουν γίνει στις πολιτικές προσέγγισης τα τελευταία χρόνια, η «αορατότητα» παραμένει: χιλιάδες άνθρωποι ζουν χωρίς στήριξη, χωρίς πρόσβαση, χωρίς καταγραφή.
Ανθρωπισμός και λογική
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε η ποινικοποίηση ούτε η αποσιώπηση της ύπαρξης των ανθρώπων αυτών. Πρέπει να ανοίξει μια σοβαρή πολιτική και κοινωνική συζήτηση για το πώς μια δημοκρατία διαχειρίζεται ανθρώπους που βρίσκονται στο έδαφός της, έστω και χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα. Και αυτό απαιτεί πολιτική βούληση και πρακτικές λύσεις:
Αρχικά πρέπει να εξασφαλίζεται κάποια ελάχιστη πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας και ψυχοκοινωνικής υποστήριξης, χωρίς τον κίνδυνο δίωξης. Όχι από «καλοσύνη», αλλά από στοιχειώδη ανθρωπισμό και δημόσια ανάγκη.
Δεύτερον, πρέπει να θεσμοθετηθούν προγράμματα προσωρινής ή ελεγχόμενης νομιμοποίησης για περιπτώσεις οικογενειών, παιδιών, ή ατόμων με ευαλωτότητα. Όχι για να «επιβραβευτεί» η παραμονή τους, αλλά για να προληφθούν κοινωνικά δράματα, σαν αυτό που φαίνεται ότι παίχτηκε κάπου ανάμεσα στα Πατήσια και το Παλαιό Φάληρο. Τρίτον, πρέπει να υποστηριχθούν οι δήμοι και οι ΜΚΟ που δουλεύουν με αυτούς τους ανθρώπους, με πόρους και θεσμική κάλυψη, ώστε να εντοπίζουν, εγκαίρως, περιπτώσεις ακραίου κινδύνου.
Αλλάζοντας το αφήγημα: από τον φόβο στην ευθύνη
Τέταρτον, και βασικότερο, πρέπει να αλλάξει το αφήγημα. Όλοι αυτοί οι «αόρατοι» δεν είναι απειλή. Είναι άνθρωποι. Όσο κι αν θα ήθελαν κάποιοι να τους «εξαφανίσουν» με ένα μαγικό ραβδί, αυτό είναι δεδομένο ότι δεν πρόκειται να συμβεί. Έχουν έρθει και θα συνεχίσουν να έρχονται.
Η άποψη «θα τους κάνουμε τη ζωή δύσκολη ώστε να σταματήσουν να μπαίνουν στη χώρα» είναι έωλη και κάπως παιδική· από εκεί που έρχονται, η ζωή τους είναι πολύ πιο δύσκολη, αλλιώς δεν θα το επιχειρούσαν καν. Δεν θέλει κανείς μας να παίρνει στον λαιμό του -διά της παραλείψεως, έστω- ανθρώπους που βρέθηκαν σε πιο δυσχερή θέση από εμάς.
Δεν είναι απλώς άδικο· ακόμη κι αν δεν το δεις με ηθικούς αλλά με πρακτικούς όρους, είναι δομικά λανθασμένο. Η υπόθεση στο Φάληρο δεν είναι μια τραγική εξαίρεση. Είναι σύμπτωμα μιας σιωπηλής και συλλογικής αποτυχίας. Που ξεκινά από τις πολιτικές και διαχέεται σε όλην την κοινωνία.
* το κείμενο της Μαρίας Δεδούση -