Σπύρος Καρατζαφέρης: η επιτομή του ρεπόρτερ

Σπύρος Καρατζαφέρης, Γιάννης Κυριακόπουλος (ΚΥΡ) και Κώστας Χαρδαβέλλας τις πρώτες μέρες της “Ελευθεροτυπίας”. Στη μέση ο Σπύρος όπως τον γνώρισα το 1964 και δεξιά ο ίδιος, σε μια από τις τελευταίες τηλεοπτικές εμφανίσεις του.
Ένα από τα ιδρυτικά μέλη της “Ελευθεροτυπίας” και μέλος της πρώτης Συντακτικής Επιτροπής της, ο Σπύρος Καρατζαφέρης πέθανε τα ξημερώματα της Παρασκευής 23 Ιανουαρίου. Άφησε την τελευταία του πνοή, σε ηλικία 88 ετών, στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Ποταμιά της Αρκαδίας όπου είχε αποσυρθεί τα τελευταία 10 χρόνια.
Μετά τις γιορτές και την ενασχόληση με τις παρουσιάσεις του Συντάκτη Ύλης σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, ετοιμαζόμουν να ξαναπιάσω το νήμα της εξιστόρησης των όσων έζησα τα επτά χρόνια της παραμονής μου στην “E”· την εφημερίδα, που αλλιώς ξεκίνησε κι αλλιώς κατέληξε.
Η τελευταία ανάρτηση, ήταν αυτή με τίτλο Ο Συνεταιρισμός και πώς δεν λειτούργησε. Ο θάνατος του Σπύρου άλλαξε τα σχέδια· άλλωστε και ο ίδιος – όπως προανέφερα-, ήταν από τους πρωταγωνιστές της ιστορίας. Που η συνέχειά της μπορεί να περιμένει…
Με τον συνάδελφο, ο οποίος αναμφισβήτητα άφησε το αποτύπωμά του στο χώρο μας, «συναντηθήκαμε» το 1964 ως αστυνομικοί συντάκτες*, εκείνος στο “Έθνος” κι εγώ στην “Ελευθερία”. Επι χούντας χαθήκαμε, για να ξαναβρεθούμε το 1974 στην “Απογευματινή” και να αποχωρήσουμε μαζί ένα χρόνο μετά για την “Ε”, ακολουθώντας τον Αλ. Φιλιππόπουλο. Στις 3 Φεβρουαρίου 1976 - επί Φιλιππόπουλου ακόμη - για δικούς του λόγους, που δεν γνωστοποίησε στην Επιτροπή -, είχε υποβάλει παραίτηση· δεν έγινε δεκτή και το θέμα έληξε…
Είχε σπουδάσει Δημοσιογραφία στη Σχολή «Όμηρος», του ακαδημαϊκού Σπύρου Μελά και ξεκίνησε τη δημοσιογραφική πορεία του το 1959 ως αστυνομικός ρεπόρτερ στην “Βραδυνή”. Από το 1962 έως το 1968 στο “Έθνος” και έως το 1975 στην “Απογευματινή”. Το 1988 αποχώρησε από την “Ε” για να συνεργαστεί με τον Σωκράτη Κόκκαλη στην έκδοση της εφημερίδας “Επικαιρότητα” (1988-1991). Παράλληλα, διατηρούσε για πολλά χρόνια εκπομπή στον ραδιοφωνικό σταθμό Flash, του ίδιου επιχειρηματία.
Στην τηλεόραση, ο Σπύρος Καρατζαφέρης συνεργάστηκε με την ΕΡΤ, την ΥΕΝΕΔ, το Star Channel, το Τηλεάστυ (του αδελφού του Γιώργου) και το Extra Channel.
Οι έρευνές του προκάλεσαν κατά καιρούς ισχυρούς κραδασμούς στο πολιτικό σύστημα της εποχής, φέρνοντάς τον συχνά στο επίκεντρο δικαστικών και πολιτικών αντιπαραθέσεων. Δημοσιεύματα κατά του τότε προέδρου του Αρείου Πάγου Βασίλειου Κόκκινου, οδήγησαν σε καταδίκη του χωρίς αναστολή και για να αποφύγει τη φυλάκιση κατέφυγε στην Κύπρο, απ’ όπου συνέχισε τις βολές κατά Κόκκινου, με καθημερινή ραδιοφωνική εκπομπή που μεταδιδόταν και στην Ελλάδα, η οποία είχε τίτλο «Καλημέρα, κύριε Κόκκινε».
Ταυτόχρονα ο Σπύρος Καρατζαφέρης είχε γράψει και τα βιβλία: «Αποκαλύπτω ό,τι κρύβουν για τα ναρκωτικά», «Φάκελος Νιάρχος», «Η σφαγή του Πολυτεχνείου» (δίτομο), «Φάκελος Εκκλησία - Βίοι Αγίων», «Ο Άγιος Πρεβέζης - Αυστηρώς ακατάλληλον», «Νάσιουτζικ: Ένοχος ή αθώος», «ΚΥΠ», «Η παγκόσμια κυβέρνηση σκιών», «Η ελληνική Νυρεμβέργη», «Φάκελος Νιάρχος». Το τελευταίο είχε δημοσιευθεί ως έρευνα - σε 58 συνέχειες στην “Ε” το δίμηνο Μαΐου - Ιουνίου 1976. Εξ άλλου, το «Άγιος Πρεβέζης - Αυστηρώς ακατάλληλον», μεταφέρθηκε στο θέατρο και στον κινηματογράφο από τον σκηνοθέτη Δημήτρη Κολλάτο.
Το 2016 ο Σπύρος Καρατζαφέρης αποφάσισε, μετά από 60 χρόνια καριέρας, να αποχωρήσει από τη δημοσιογραφία. «Συμπληρώνω 60 χρόνια στη δουλειά. Είχα πει στον εαυτό μου ότι όταν θα συμπληρώσω 60 χρόνια, θα αποχωρήσω. Και το πράττω. Η δουλειά δεν με έχει κουράσει, την αγαπάω πάρα πολύ, και όπως είπα και στην αρχή, πάλι δημοσιογράφος θα γινόμουν. Με έχει κουράσει όμως η αθλιότητα. Θα φύγω και θα πάω στο χωριό μου, θα κλείσω την τηλεόραση και ούτε εφημερίδα δεν θα παίρνω. Δεν θα έχω λόγο. Τώρα και τηλεόραση βλέπω αναγκαστικά για να ενημερώνομαι», είχε πει σε συνέντευξή του.
* Στην επόμενη ανάρτηση, περισσότερα για τη συνάντησή μας στο αστυνομικό ρεπορτάζ και γιατί δεν έγινα αστυνομικός συντάκτης. Οπότε, η συνέχιση της ιστορίας της “Ε”, θα περιμένει κι άλλο. Επισημαίνω ακόμη ότι από τη Συντακτική Επιτροπή του 1975, που – υποτίθεται ότι – διοικούσε την εφημερίδα, έχουμε απομείνει ο Γιώργος Βότσης και ο γράφων.